Κολονοσκόπηση

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΟΝΟΣΚΟΠΗΣΗ

Η κολοσκόπηση ή κολονοσκόπηση ή όπως αλλιώς λέγεται ενδοσκόπηση του κατωτέρου πεπτικού συστήματος είναι μια ενδοσκοπική μέθοδος με την οποία εξετάζεται όλη η επιφάνεια του βλεννογόνου του παχέος εντέρου και μικρού τμήματος του λεπτού εντέρου.

Η εξέταση γίνεται με ειδικό ενδοσκοπικό όργανο που λέγονται κολοσκόπιο. Τα αρχικά ινοοπτικά κολοσκόπια προοδευτικά αντικαταστάθηκαν από τα σύγχρονα βιντεοενδοσκόπια, τα οποία παρέχουν ηλεκτρονική εικόνα σε οθόνη τηλεόρασης μέσω μικροσκοπικής κάμερας που βρίσκεται τοποθετημένη στην κορυφή του κολοσκοπίου. Το μήκος του κολοσκοπίου κυμαίνεται από 160 έως180 εκατοστά.

Επιπλέον, η χρήση της χρωμοενδοσκόπησης κατά τη διάρκεια της κολοσκόπησης σε συνδυασμό με τα νέας γενιάς μεγεθυντικά βίντεοκολοσκόπια (magnifying colocoscopy) και την τεχνική ΝΒΙ, επιτρέπουν στον εκπαιδευμένο ενδοσκόπο τη δυνατότητα της Ενδοσκοπικής Ιστολογίας με την άμεση όραση (real time endoscopic histology).

Επιπλέον, ο εκπαιδευμένος ενδοσκόπος στις γιαπωνέζικες ταξινομήσεις των ορθοκολικών βλαβών (Kudo’s pit pattern classification, NBI-magnifying classification) μπορεί κατά τη διάρκεια της κολοσκόπησης, με γιαπωνέζικο ενδοσκοπικό μάτι, όχι μόνο να αναγνωρίσει τις ύποπτες νεοπλασματικές βλάβες, αλλά και να τις ταξινομήσει, να ξεχωρίσει ενδοσκοπικά π.χ. έναν υπερπλαστικό (serrated) από έναν αδενωματώδη πολύποδα, χωρίς την ανάγκη λήψης βιοψιών, να προσδιορίσει το βαθμό δυσπλασίας (χαμηλόβαθμη έναντι υψηλόβαθμης δυσπλασίας) ή να αναγνωρίσει έναν πρώιμο ορθοκολικό καρκίνο ακόμη και σε πολύ μικρό μέγεθος <0.5εκ (0-ΙΙc early colorectal cancer).

Επιπλέον, ο εκπαιδευμένος στη σύγχρονη μοντέρνα κολοσκόπηση, μπορεί να προσδιορίσει με άμεση όραση και με μεγάλη ακρίβεια in real time, τον τύπο των πολυπόδων του παχέος εντέρου, να αναγνωρίσει έναν κακοήθη πολύποδα με διήθηση του υποβλεννογόνου, να κάνει πρόβλεψη του βάθους της διήθησης ενός καρκίνου του παχέος εντέρου και να προσδιορίσει την πιθανότητα λεμφαδενικών μεταστάσεων.

Τέλος ο ενδοσκόπος με τη σύγχρονη κολοσκόπηση, μπορεί να προσδιορίσει την δυνατότητα ενδοσκοπικής θεραπείας, ειδικότερα στους πολύ συχνούς LST πολύποδες του παχέος εντέρου (lateral spreading tumor), είτε με την ενδοσκοπική βλεννογονεκτομή (ΕΜR) είτε με την πιο σύγχρονη ενδοσκοπική υποβλεννογόνια εκτομή (ESD), ακολουθώντας τα κριτήρια της Ιαπωνικής Σχολής.

Η ενδο­σκόπηση ολόκληρου του παχέος εντέρου ονομάζεται ολική κολονοσκόπηση και είναι σχεδόν πάντοτε εφικτή σε έμπει­ρα χέρια. Όταν δεν υπάρχει ένδειξη ενδοσκόπησης ολόκληρου του παχέος εντέρου εξετάζεται μόνο ένα τμήμα του, ανάλογα με το κλινικό πρόβλημα του ασθενούς και η εξέταση τότε ονομάζεται μερική κολονοσκόπηση. Όταν η  εξέταση γίνεται μέχρι τη σπληνική καμπή, τότε αυτή ονομάζεται αριστερή κολονοσκόπηση και όταν εξετάζεται μόνο το ορθό και το σιγμοειδές η εξέταση λέγεται ορθοσιγμοειδοσκόπηση.

 Το παχύ έντερο

Η εξέταση του παχέος εντέρου ολοκληρώνεται με την εξέταση του πρωκτικού σωλήνα, η οποία ονομάζεται πρωκτοσκό­πηση. Ο πρωκτός μπορεί επίσης να εξεταστεί και με αναστροφή του εύκαμπτου κολοσκοπίου στο ορθό. Εναλλακτικά ο πρωκτός μπορεί να εξεταστεί και με άκαμπτο ειδικό ενδοσκοπικό όργανο που λέγεται πρωκτοσκόπιο. Η πρωκτοσκόπηση επιτρέπει την «κατά πρόσωπο» επισκόπηση του βλεννογόνου του πρωκτικού σωλήνα με άμεση όραση και είναι ιδιαίτερα χρήσιμη εξέταση για τη διάγνωση των αιμορροΐδων, της ραγάδας,  των συριγγίων, των φλεγμονωδών και των νεοπλασματικών παθήσεων της περιοχής του πρωκτού.

pol4

Η τεχνολογική εξέλιξη των ενδοσκοπίων, η προ­οδευτική εξοικείωση με την τεχνική και το εντυπωσιακό εύρος των θεραπευτικών τεχνικών, έχουν πλέον καταστήσει την κολονοσκόπηση διαγνωστική και θεραπευτική μέθοδο πρώτης γραμμής για τα νοσήματα του παχέος εντέρου.

 

ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ ΠΑΧΕΟΣ ΕΝΤΕΡΟΥ ΜΕ ΚΟΛΟΝΟΣΚΟΠΗΣΗ – ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Ενδοσκοπική εικόνα από κολονοσκόπηση

Η κολονοσκόπηση αποτελεί σήμερα την μέθοδο πρώτης επιλογής για τη διαγνωστική διερεύνηση του παχέος εντέρου και του τελικού ειλεού. Συγκριτικά με τον βαριούχο υπο­κλυσμό, που είναι η αντίστοιχη ακτινολογική μέθοδος, η κολονοσκόπηση υπερέχει σημαντικά και, επιπλέον, παρέχει τη δυνατότητα ιστολογι­κής τεκμηρίωσης των ευρημάτων καθώς και θεραπευτικών παρεμβάσε­ων.

Η διαπίστωση ότι ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι νόσος που μπορεί να προληφθεί με τον έλεγχο ατόμων αυξημένου κινδύνου, οδήγησε στην ευρύτατη εφαρμογή της διαγνωστικής κολονοσκόπησης για την πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου. Στην ευρεία χρήση της κολονοσκόπησης έχουν συμβάλει και οι δυνα­τότητες λήψεως βιοψιών από ύποπτες βλάβες για ιστολογική εξέταση και η πληθώρα των θεραπευτικών ενδοσκοπικών τεχνικών όπως είναι: η αφαίρεση πολυπόδων, η αιμόσταση αιμορραγουσών βλαβών, η αφαίρεση ξένων σωμάτων, η διαστολή στενώσεων, η αποσυμ­πίεση του παχέος εντέρου σε παραλυτικό ειλεό και η παρηγορητική αντιμετώπιση των νεοπλασμάτων. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στη σύγχρονες ενδοσκοπικές τεχνικές αφαίρεσης μεγάλων καλοήθων, επίπεδων ή μη, ορθοκολικών νεοπλασμάτων, γνωστών ως LST (lateral spreading tumors), είτε με τη μέθοδο της ενδοσκοπικής βλεννογονεκτομής, ή της ‘en-bloc’ σε ένα τεμάχιο, ενδοσκοπικής υποβλεννογόνιας εκτομής (ESD), με τη χρήση πλαστικού στομίου (cup) και ειδικών μαχαιριδίων (Dual Knife, IΤ-Knife, Hook-Knife, Flush-Knife). Η εναλλακτική θεραπεία στις περιπτώσεις αυτές είναι η χειρουργική εκτομή τμήματος παχέος εντέρου, που όπως είναι αυτονόητο είναι εξαιρετικά επεμβατική, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με την τοπική, ενδοσκοπική ESD εκτομή, που μπορεί να εφαρμοστεί και σε επιβαρυμένους ασθενείς ή με αντενδείξεις για ανοιχτό χειρουργείο. ( ΕΙΚΟΝΑ ΝΑ ΒΑΛΩ)

Ιστοληψία με βιοψία από βλάβη στο παχύ έντερο

Η ολική κολονοσκόπηση εφαρμόζεται με επιτυχία για την πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου.Όλα τα άτο­μα ηλικίας άνω των 45 ετών ανήκουν στη λεγόμενη ομάδα χαμηλού κινδύνου (σποραδικός καρκίνος) και θα πρέπει να υποβάλλονται κάθε 5 – 10 χρόνια σε προληπτική ολική κολονοσκόπηση. Στα άτομα ενδιάμεσου κινδύνου ανήκουν οι ασθενείς μετά από πολυπεκτομή ή κολεκτομή για καρκίνο και εκείνα που έχουν τουλάχιστον ένα εξ αίματος συγγενή πρώτου βαθμού με καρκίνο του παχέος εντέρου. Τα άτομα αυτά πρέπει να υποβάλλονται σε ολική κολονοσκόπηση κάθε 3-5 χρόνια. Η πρώτη κολονοσκόπηση στους συγγενείς πρέπει να γίνεται σε ηλικία δέκα χρόνια μικρότερη από εκείνη του δείκτη-ασθενούς με καρκίνο ή άνω των 40 ετών.

Για τα άτομα της ομάδας υψηλού κινδύνου ισχύουν τα ακόλουθα: Οι συγγενείς ασθενών με σύνδρομο οικογενούς πολυποδίασης θα πρέπει να υποβάλλο­νται σε ετήσια κολονοσκόπηση από την εφηβεία τους. Αν βρεθούν πολύποδες του παχέος εντέρου πρέπει να υποβληθούν και σε ενδοσκόπηση του ανωτέρου πεπτικού, γιατί μπορεί να αναπτύξουν πολύπο­δες ή καρκίνο και του δωδεκαδάκτυλου. Οι εξ αίματος συγγενείς ασθενών με κληρονομικό μη πολυποειδή καρκίνο του παχέος εντέρου (σύνδρομα Lynch Ι ή ΙΙ) θα πρέπει να υποβάλλονται σε ολική κολονοσκόπηση κάθε 2-3 χρόνια, αρχής γενομένης από την ηλικία των 20-25 ετών.

Η χρόνια αποβολή ερυθρού αίματος με τα κόπρανα συνήθως οφείλεται σε νοσήματα του πρωκτού, του ορθού και του αριστερού κόλου (κατιόν κόλον, σιγμοειδές). Επειδή όμως η αιμορροϊδοπάθεια είναι πολύ συχνό νόσημα, αλλά η αποβολή του αίματος μπορεί να οφείλεται σε πολύποδες ή καρκίνο του αριστερού κόλου, όλοι οι ασθενείς που αναφέρουν αποβολή ερυθρού αί­ματος με τα κόπρανα πρέπει να υποβάλλονται σε κολονοσκόπηση, ώστε να μην διαφύγει η διάγνωση του καρκί­νου του παχέος εντέρου που, τις πιο πολλές φορές στα αρχικά στάδια, είναι ιάσιμο νόσημα.

pol

Η κολονοσκόπηση είναι απαραίτητη εξέ­ταση στη διερεύνηση ασυμπτωματικών ασθε­νών με χρόνια σιδηροπενική αναιμία, χωρίς σαφή  αιτία  χρόνιας  απώλειας  αίματος  από το ιστορικό. Στους ασθενείς αυτούς συνήθως προηγείται ενδοσκόπηση του ανώτερου πεπτικού συστήματος και ακολουθεί κολονοσκόπηση. Η κλινική πείρα έχει δείξει ότι στο 40% των ασθενών ο ενδοσκοπικός έλεγχος είναι αρνητικός, στο 30% υπάρχουν ευρήματα από το ανώτερο πεπτικό σύστημα και στο 20% από το παχύ έντερο.

 Πολυπεκτομή

Οι ενδείξεις της κολονοσκόπησης αναγρά­φονται επιγραμματικά στον πιο κάτω πίνακα.

Πίνακας: Ενδείξεις διαγνωστικής κολονοσκόπησης.

1. Ανεξήγητα συμπτώματα και σημεία από το γαστρεντερικό σύστημα

2.  Ανεξήγητη απώλεια αίματος από το ορθό (αιματοχεσία, μέλαινα κένωση, μικροσκοπική ανίχνευση αιμορραγίας στα κόπρανα) 

3. Διερεύνηση αναιμίας

4. Διερεύνηση διαρροϊκού συνδρόμου

5. Ανεξήγητο, παρατεινόμενο εμπύρετο

6. Διερεύνηση ευρημάτων από την ακτινογραφία του παχέος εντέρου και του λοιπού  απεικονιστικού ελέγχου

7.  Διάγνωση και επιτήρηση πολυπόδων και καρ­κίνου παχέος εντέρου (θετικό οικογενειακό ιστορικό, σύνδρομα πολυποδιάσεως, κληρονομικός καρκίνος, φλεγμονώδη εντερικά νοσήματα)

8. Ειλεός παχέος εντέρου

9. Μετεγχειρητική επιτήρηση μετά από  κολεκτομή

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΚΟΛΟΝΟΣΚΟΠΗΣΗ – ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

 

Η διενέργεια κολονοσκοπήσεως αντενδείκνυται σε υποψία δια­τρή­σεως κοίλου σπλάχνου, σε οξεία εκκολπωματίτιδα και σε τοξικό μεγάκολο.

 Καρκίνος παχέος εντέρου

Σε ασθενείς με σοβαρά καρδιοαναπνευστικά προβλήματα η εξέταση διενεργείται με σύγχρονη χορήγηση οξυγόνου και διόρθωση του κορεσμού του αρτηριακού αίματος άνω του 90%. Η λήψη αντιπηκτικών φαρμάκων δεν αποτελεί αντένδειξη για κολονοσκόπηση και λήψη βιοψιών. Οι αντενδείξεις για να γίνει η κολονοσκόπηση φαίνονται στο κάτωθι πίνακα.

Πίνακας: Αντενδείξεις της κολονοσκόπησης.

1.     Οι κίνδυνοι για τον ασθενή δεν αντισταθμί­ζονται από τα προσδοκώμενα οφέλη από την εξέταση

2.     Μη συνεργάσιμος ασθενής

3.     Μη συναίνεση του ασθενούς μετά την πλήρη επεξήγηση της διαδικασίας

4.     Οξεία καρδιοαναπνευστική νόσος-αιμοδυναμική αστάθεια

5.     Περιτονίτιδα

6.     Ρήξη κοίλου σπλάχνου

7.     Κύηση (2ου και 3ου τριμήνου)

8.     Μεγάλου μεγέθους αορτικό ή λαγόνιο ανεύ­ρυσμα

9.     Πρόσφατη χειρουργική επέμβαση πυέλου ή εντέρου

10. Τοξική κολίτιδα – μεγάκολο

11. Οξεία εκκολπωματίτιδα

12. Ατελής προετοιμασία καθαρισμού του παχέος εντέρου

 

 

ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΚΟΛΟΝΟΣΚΟΠΗΣΗ – ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ

Η ασφαλής και άρτια κολονοσκόπηση είναι μια απαιτητική ενδοσκοπική τεχνική, που προϋποθέτει γνώση, δεξιοτεχνία, εμπειρία και σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό.

Για την επιτυχή ολική κολονοσκόπηση είναι απαραίτητη η βοήθεια κατάλληλα εκπαιδευ­μένου νοσηλευτή, ο οποίος ασκεί πίεση σε ορισμένες θέσεις των κοιλιακών τοιχωμάτων, όταν απαιτείται ευθειασμός του κολοσκοπίου. Επίσης, ο νοσηλευτής παρακολουθεί τον ασθενή μήπως παρουσιάσει συμπτώματα, που οφείλονται στην εξέταση. Ο νοσηλευτής επίσης βοηθά τον ενδοσκόπο στη λήψη βιοψιών και την υλοποίηση ενδοσκοπικών θεραπευτικών τεχνικών.

Για τους περισσότερους ασθενείς η κολονοσκόπηση είναι μια επώδυνη εξέταση και αυτό οφείλεται κυρίως στην υπερδιάταση του εντέρου από τον αέρα και στην υπερέκταση του μεσεντερίου κατά την προώθηση του ενδοσκοπίου στον εντερικό αυλό. Για ευμενέστερη αποδοχή από τους ασθενείς και μικρότερη καταπόνηση γίνεται φαρμακευτική υπνοαναλγησία, η οποία αναφέρεται και ως «μέθη». Κατ’ αυτήν χορηγούνται, 10 περίπου λεπτά πριν από την εξέταση: ως αναλγητικό, φαιντανύλη και, ως ηρεμιστικό, μιδαζολάμη. Εφόσον το εντερικό τοίχωμα βρίσκεται σε σύσπαση, χορηγείται ως σπασμολυτικό σκοπολαμίνη (Buscopan). Στους ασθενείς που έχει χορηγηθεί ενδοφλέ­βια καταστολή, μετά το πέρας της εξέτασης χορηγούνται τα αντίδοτα (ναλοξόνη και φλουμαζελίνη), ώστε να ανανήψουν πλήρως.Η προφυλακτική χορήγηση αντιβιοτικών ενδείκνυται σε ασθενείς με καρδιακές βαλβιδοπάθειες και σ’ εκείνους που βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή. Όπου έχει ένδειξη η προφύλαξη, χορηγείται ενδοφλεβίως μια δόση μετρονιδαζόλης μαζί με μια αμινογλυκοσίδη μισή ώρα πριν από την κολονοσκόπηση.

Η υλοποίηση της κολονοσκόπησης υπό γενική αναισθησία είναι πιο δύσκολη, επειδή το έντερο είναι χαλαρό και η προώθηση του ενδοσκοπίου είναι πιο δυσχερής. Παρά το μεγαλύτερο κίνδυνο για επιπλοκές, η γενική αναισθησία κρίνεται απαραίτητη στα παιδιά, στους ψυχωσικούς ασθενείς και γενικότερα σε όσους δεν συνεργάζονται επαρκώς λόγω της υπερβολικής ευαισθησίας στον πόνο.

Η κολονοσκόπηση διενεργείται με τον ασθενή ξαπλω­μένο στο αριστερό πλάγιο. Πριν αρχίσει η κολονοσκόπηση ο δείκτης του ασθενούς συνδέεται με συσκευή οξυμετρίας, ώστε να παρακολουθείται συνεχώς ο κορεσμός του αρτηριακού αίματος σε οξυγόνο (φυσιολο­γική τιμή >90%) και ο περιφερικός σφυγμός.
Στη συνέχεια το κολοσκόπιο προωθείται κατευθυνόμενο από το χειριστήριο, ώστε να διέλθει από τις καμπές του παχέος εντέρου. Με τους κατάλληλους χειρι­σμούς ο έμπειρος ενδοσκόπος είναι σε θέση να εξετάσει όλο το παχύ έντερο μέχρι το τυφλό.Επίσης, όταν υπάρχει ένδειξη μπορεί να εισέλθει και να εξετάσει τα τελευταία 10-20 εκατοστά του τελικού ειλεού. Μετά την είσοδο της κορυφής του ενδοσκοπίου στο τυφλό, το κολοσκόπιο αποσύρεται βραδέως και επισκοπείται και πάλι ο βλεννογόνος όλου του παχέος εντέρου για να εντοπισθούν μικρές βλάβες, που μπορεί να διέφυγαν κατά την προώθηση του ενδοσκοπίου. Kατά περίπτωση γίνεται έγχυση διαλύματος χρωστικής, δια του καναλιού βιοψίας, κατευθείαν πάνω στις ύποπτες βλάβες, προκειμένου να απεικονιστούν πιο έντονα, να αποκαλυφθούν λεπτομέρειες της βλάβης και να επισκοπηθούν καλύτερα (χρωμοενδοσκόπηση). Η χρωμοενδοσκόπηση επιτρέπει την άμεση ταξινόμηση των βλαβών σύμφωνα με τις γιαπωνέζικες πρακτικές

Η ενδοσκόπηση είναι δυνατόν να καταγραφεί με ψηφιακό τρόπο σε DVD και να φωτογραφη­θούν τα σημαντικότερα ευρήματα. Συνολικά η εξέταση διαρκεί 20-30 λεπτά. Πριν από την έναρξη της ενδοσκόπησης απαραίτητη είναι η επισκό­πηση της περιπρωκτικής περιοχής, και η δακτυλική εξέταση του ορθού. Στη συνέχεια το άκρο του ενδοσκοπίου επαλείφεται με γέλη ξυλοκαΐνης ή ζελέ και εισάγεται με προσοχή μέσω του πρωκτού στο ορθό.

 

ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΚΟΛΟΝΟΣΚΟΠΗΣΗ

Μετά την ολοκλήρωση της ενδοσκόπησης ο ασθενής θα παραμείνει για μικρό διάστημα στο χώρο μέχρι να περάσει η επήρεια των ηρεμιστικών φαρμάκων (της μέθης). Πολύ σπάνια θα αισθανθεί κάποια ενοχλήματα όπως, ένα «φούσκωμα» στην κοιλιά, που οφείλεται στον αέρα που χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Αυτά όμως γρήγορα θα φύγουν. Η εμφύσηση CO2 με ειδικό μηχάνημα εμφύσησης (CO2 insufflator), κατά τη διάρκεια της ενδοσκόπησης καθιστά την κολοσκόπηση σχετικά ανώδυνη

Ο γιατρός θα δώσει οδηγίες για το τι πρέπει να κάνει ο ασθενής μετά από την κολονοσκόπηση. Συνήθως επιτρέπεται να φάει χωρίς περιορισμό μετά από τουλάχιστον 1 ώρα. Εφόσον έχει λάβει ήπια καταστολή (μέθη), αυτή έχει επίδραση για αρκετές ώρες μετά. Για το λόγο αυτό, συνιστάται στον ασθενή να μην οδηγήσει, να μην εργασθεί για το υπόλοιπο της ημέρας, να αποφύγει το χειρισμό μηχανημάτων, να μην πιεί αλκοόλ  και να μην πάρει σημαντικές αποφάσεις (π.χ. υπογραφή νομικών έγγραφων), γιατί προσωρινά ενδέχεται να έχει επηρεαστεί η μνήμη και να μην μπορεί να θυμάται τις λεπτομέρειες μιας συζήτησης.

Συζήτηση με το γιατρό και εξήγηση ευρημάτων

Εάν ο ασθενής χρειάζεται παρακολούθηση θα κλείσει ένα ραντεβού για να συζητήσει με το θεράποντα γιατρό τα αποτελέσματα και τυχόν θεραπεία. Θα είναι χρήσιμο ο ασθενής να συνοδεύεται από κάποιο οικείο πρόσωπο, ο οποίος θα φροντίσει να μεταφέρει τις οδηγίες του γιατρού, για τυχόν διαδικαστικά ζητήματα και τέλος για την ασφαλή επιστροφή στο σπίτι.

Οι επιδράσεις της μέθης η οποία χορηγήθηκε κατά την ενδοσκόπηση, συνήθως περνάνε πλήρως μέχρι την επόμενη ημέρα και οι ασθενείς μπορούν να επανέλθουν στις προ της εξέτασης δραστηριότητες.

 

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΚΥΨΟΥΝ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ

Η κολονοσκόπηση είναι ασφαλής εξέταση και διενεργείται σε εξωτερικούς ασθενείς, και ασθενείς με χρόνια σοβαρά καρδιοαναπνευστικά νοσήματα. Κατά την ενδοσκόπηση δεν υπάρ­χει κίνδυνος μεταδόσεως λοιμώξεων εφόσον τη­ρούνται επιμελώς οι οδηγίες απολυμάνσεως των ενδοσκοπίων και των εξαρτημάτων τους (λαβίδες βιοψίας, κ.λπ. εργαλεία).

Οι επιπλοκές από τη διαγνωστική κολονοσκόπηση είναι σπάνιες, αλλά μερικές φορές μπορεί να απο­βούν σοβαρές και απειλητικές για την ζωή του ασθε­νούς. Το ποσοστό των επιπλοκών είναι ευθέως ανά­λογο της εμπειρίας του ενδοσκόπου. Η πρόληψη των επιπλοκών προϋποθέτει γνώση της τεχνικής και εμπειρία. Τα αναφερόμενα ποσοστά επιπλοκών είναι 0,35% και της θνητότητας 0,006%. Η διάτρη­ση εμφανίζεται σε ποσοστό 0,1-0,2% και η αιμορραγία από το σημείο λήψεως της βιοψίας σε ποσοστό 0,09%. Στον κάτωθι πίνακα αναφέρονται οι συχνότερες επιπλοκές της κολονοσκόπησης.

Κολονοσκόπηση με ασφαλείς συνθήκες

Πίνακας: Επιπλοκές διαγνωστικής κολονοσκόπησης.

1.     Επιπλοκές από την προετοιμασία

2.     Φαρμακευτικές αντιδράσεις (αλλεργίες, θρομ­βοφλεβίτιδα, καταστολή κέντρου αναπνοής)

3.     Καρδιοπνευμονικές επιπλοκές (πνευμονία, καρδιακές αρρυθμίες)

4.     Διάτρηση/πνευμοπεριτόναιο

5.     Αιμορραγία

6.     Βακτηριαιμία, μετάδοση λοίμωξης

Σπάνιες: Τραύμα σπλήνα, ενσφήνωση ενδοσκο­πίου σε κήλη, οξεία σκωληκοειδίτιδα

 

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΛΟΝΟΣΚΟΠΗΣΗΣ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ

Η κολονοσκόπηση είναι ειδική εξέταση για τη διάγνωση των νοσημάτων του βλεννογόνου του παχέος εντέρου. Εκτός από την επισκόπηση παρέχει και τη δυνατότητα ιστολογικής τεκμηρίωσης της μακρο­σκοπικής διάγνωσης, που γίνεται με την άμεση όραση. Στα μειονεκτήματα της κολονοσκόπησης περιλαμβάνεται η αδυναμία ελέγχου του παχέος εντέρου κεντρικότερα από βλάβες που προκαλούν μεγάλη στένωση του αυλού, π.χ. στένωση από νόσο του Crohn ή από καρκίνο. Στις περιπτώσεις αυτές ενδέχεται να υπάρχουν κεντρικότερα βλάβες, που διαφεύγουν του ενδοσκοπικού ελέγχου.Η ευαισθησία της κολονοσκόπησης στην ανεύρεση πολυπόδων του παχέος εντέρου είναι 94% έναντι 67% της ακτινο­γραφίας παχέος εντέρου με τη μέθοδο της διπλής σκιαγράφησης. Σε οξεία αιμορραγία από το παχύ έντερο η κολονοσκόπηση αποκαλύπτει την υπεύθυνη βλάβη στο 50-70% των ασθενών και στο 40% των ασθενών με αρνητική ακτινογραφία παχέος εντέρου. Ο βαριούχος υποκλυσμός επίσης υποεκτιμά την έκτα­ση των βλαβών σε ασθενείς με ιδιοπαθή φλεγμο­νώδη νόσο του εντέρου, ώστε να μην είναι δυνατή η ακριβής εκτίμηση της έκτασης της νόσου και η σωστή θεραπευτική αντιμετώπιση. Για τους παραπάνω λόγους η κολονοσκόπηση σήμερα θεω­ρείται εξέταση πρώτης επιλογής για τη διάγνωση νοσημάτων που προκαλούν οξεία αιμορραγία από το παχύ έντερο, τη διερεύνηση ασθενών με σιδηροπενική αναιμία και την πρόληψη καρκίνου του παχέος εντέρου.

Πρέπει να τονισθεί ότι εξετάσεις όπως το υπερηχογράφημα, η αξονική και η μαγνητική τομογραφία δεν έχουν τη δυνατότητα απεικόνισης κοίλων σπλάχνων, δηλαδή σπλάχνων με κοιλότητα που περιέχει αέρα και για το λόγο αυτό δεν είναι κατάλληλες εξετάσεις για τον έλεγχο του παχέος εντέρου. Ορισμέ­νες φορές οι εξετάσεις αυτές απεικονίζουν τοπική «πάχυνση του τοιχώματος» του παχέος εντέρου η οποία συχνά αποτελεί ψευδώς θετικό εύρημα ή σπα­νιότερα αντιστοιχεί σε μεγάλο νεόπλασμα του παχέος εντέρου. Επίσης η ραδιοϊσοτοπική μελέτη και η εκλεκτική αγγειογραφία σε ασθενείς με οξεία αιμορραγία από το παχύ έντερο είναι δυνατόν να αναδείξουν εξαγγείωση αίματος στον αυλό του εντέρου, αλλά δεν καθορίζουν το αίτιο και την ακριβή περιοχή της αιμορραγίας.